Παρασκευή, 26 Ιουνίου 2009

τυφλόμυγα

Αναδημοσίευση από τη jacki


Η ανάρτηση αυτή εξαιρετικά αφιερωμένη στην φίλη μου Καναρινένια

που μου κόλλησε τον τίτλο "ερωτική jacki"

Είναι μια προσπάθεια να κατοχυρώσω τον τίτλο.


Πήγε στο σπίτι του να τον βρει..

Βρήκε την πόρτα ανοιχτή..

- Είναι εδώ το αγοράκι μου;

- Εδώ είμαι. Να σου ετοιμάσω ποτό;

-Ναι αμέ.

-Πάω να φέρω πάγο.

-Όχι πάγο. Νιώθω ήδη πολύ κρύα.

Θέλω κάτι ζεστό, κάτι καυτό.

Να το νιώθω να καίει.

-Τότε πάρε την ανάσα μου.

Την πλησίασε και την αγκάλιασε..

Σιωπή.

-Να σου βάλω ένα κρασάκι.

-Ευχαρίστως θα έπινα ένα.

-Κόκκινο;

-Πάντα κόκκινο.

-Σαν το χρώμα των χειλιών σου,

σαν το πάθος της καρδιάς σου.

Κι εγώ θέλω να πιω από τα χείλη σου.

-Τότε βάλε μου να πιω να σε ποτίσω.

Σιωπή.

Γουλιές που κατεβαίνουν άχαρα από το λαιμό.






Βγάζει το φουλάρι της και του κλείνει τα μάτια.

Έχει κρατήσει όλο το άρωμά της..

Το άρωμα του κάθε ανθρώπου μένει στο λαιμό του..

Κατεβαίνει από τα μαλλιά και κάθεται εκεί..

Στο λαιμό.. Όλη η μυρωδιά εκεί κατοικεί..

-Τώρα που δε βλέπεις, λογικά,

θα αναπτύξεις τις άλλες αισθήσεις σου.

Όσφρηση; Τι μυρίζεις; Γεύση;

- Εσύ.

- Ακοή;

- Ακούω την ανάσα σου.

-Αφή; Μάλλον λειτουργείς καλύτερα με την όραση.

-Αγγίζω, χαϊδεύω, γεύομαι.

Μυρίζω του κορμιού σου τον κήπο..

-Και πως μυρίζει;

- Άνοιξη, κρασί μεθυστικό.

Μια γλύκα αφήνει στο τελείωμα.

Εδώ στην άκρη της γλώσσας νιώθω το μέλι.

-Φτάνει τώρα ας σου ανοίξουμε τα μάτια.

Κοιτά εκστασιασμένος.

Αυτά που τόση ώρα φανταζόταν ήρθε η στιγμή να τα κατακτήσει.

Δεν του επιτρέπει ακόμα. Τώρα ήρθε η σειρά της.





- Κλείσε μου τα μάτια.

Της κλείνει τα μάτια..

Αυτή λειτουργεί καλά στο σκοτάδι..

-Τα χέρια σου μυρίζουν αλκοόλ.

Και λίγο από μπογιές.

Είχες έμπνευση; Ζωγράφιζες πάλι; (Καμία απάντηση)

Λίγο πιο πάνω, στο λαιμό μεριά μάλλον πιπέρι.

Κάτι πικάντικο. Δεν ξέρω.

Να δοκιμάσω λίγο;

Ναι πιπέρι. Μου αρέσει η μυρωδιά και η γεύση σου.

Η πλάτη σου μυρίζει γαρύφαλλο και τα μαλλιά σου καπνό.

Το στόμα σου μυρίζει καπνό, καφέ και μια ιδέα αλκοόλ.

Ω ναι. Αυτά τα τρία γεύομαι.

-Ακούς;

-Την καρδιά σου. Χτυπάει γρήγορα. Πιο γρήγορα από το κανονικό..

-Νιώθεις;

-Είσαι ζεστός...Υγρός...

-Ζέστανε με με την ένωση.

-Όχι ακόμα. Θέλω να σε ανακαλύψω πρώτα.

- Ο λαιμός σου είναι τόσο τρυφερός, τόσο απαλός.

-Τόσο δικός σου. (Του επιτρέπει να την κατακτήσει)

-Έχει γεύση από βανίλια.

-Βγάλε μου το μαντήλι από τα μάτια.

Θέλω να σε δω. Τα μάτια σου είναι υγρά και λάμπουνε.

Εκείνος τη δαγκώνει απαλά στον ώμο..

-Νιώθω κάθε εκατοστό του κορμιού σου.

Οι παλάμες του αγγίζουν την πλάτη της, τη μέση της.

-Είναι σα να ξέρεις το κορμί μου χρόνια.

Ένα φιλί, και ένα σφίξιμο πιο δυνατό.

-Πρέπει να φύγω.

-Μείνε. Σε παρακαλώ.

-Αν μείνω θα με βαρεθείς.

Θα με διώξεις. Θα πληγωθώ.

-Έχεις φύγει ήδη κι ας είσαι εδώ.

-Θα σε έχω στο μυαλό μου σαν τον ιδανικό.

Θα σε θυμάμαι και θα χαμογελάω.

Θα σε σκέφτομαι και θα φτάνω σε οργασμό.

Θα είσαι ο αγαπημένος που δε με πρόδωσε,

που ποτέ δε με πλήγωσε.

-Πληγώνουμε τον εαυτό μας πριν ζήσουμε το απόλυτο.

-Δεν έχω περιθώρια να κάνω άλλα λάθη.

-Δεν υπάρχει λάθος και σωστό.

Δεν υπάρχει τέλος και αρχή.

-Η φωνή σου με ηρεμεί.

-Μείνε, θα σου μιλάω.

-Να μείνω;

Να σε κοιτάζω πως θα κοιμάσαι και να χαϊδεύω τα μαλλιά σου.

-Θα φύγεις όταν κοιμηθώ;

-Να φύγω;

-Μείνε. Μαζί μου. Μόνο για σήμερα.





Τον κράτησε από το χέρι.

-Πάμε να ξαπλώσουμε.

Εγώ θα πιάσω μια γωνίτσα στο κρεβάτι.

Όχι πως έχω το κλειδί του παραδείσου.

-Όχι γωνίτσα. Μαζί μου. Μέσα στην αγκαλιά μου.

Δε μπορώ αλλιώς. Δε θα με παίρνει ο ύπνος.

-Κράτα με σφιχτά τότε. Να μη φύγω.

Δείξε μου ότι με έχεις ανάγκη. Έστω για λίγο.

Σσσσσσςςςς μου κοιμήθηκε. Ο άγγελός μου.

Το πρωί που ξύπνησε δεν την βρήκε δίπλα του..


Υ.Γ. Ευχαριστώ τον ..... για την έμπνευση. Ξέρεις εσύ.


Δε σταματώ.. ξημερώνει και φεύγω..